Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 25 Ν.1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 Ν.3943/2011 (έναρξη ισχύος από 31-3-2011) ισχύουν τα εξής:

«1. Οποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5,
υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`. υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.»

Αυτό που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα είναι ότι λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των οφειλών (από 1-1-2004) ανεξαρτήτως εάν αυτές αυτοτελώς δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα, δηλ. αν υπάρχουν λ.χ. 15 οφειλές των 2.000 ευρώ η κάθε μία, ήτοι σύνολο χρέους 30.000 ευρώ γίνεται υπαγωγή στην περ.α) της παρ.1 άρθρου 25 ανεξαρτήτως εάν οι επιμέρους οφειλές δεν είναι λόγω ποσού αξιόποινες. Σε αντίθεση δηλαδή με ο,τι ισχύει γενικά για την πραγματική συρροή (98ΠΚ) για την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο αθροίζονται τα χρέη.(υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ για τις περιπτώσεις πράξεων που τελέστηκαν πριν τις 3-6-1999 και εκδικάζονται μετά την ημερομηνία αυτή).

Περαιτέρω, με τις προαναφερόµενες ρυθµίσεις θεσπίζονται ως διαρκή και, εποµένως, ως συνεχή αυτόφωρα τα
αδικήµατα που αφορούν την µη καταβολή οφειλόµενων φόρων, τελών ή εισφορών προς το ∆ηµόσιο, αλλά και από την ανακριβή υποβολή δηλώσεων.

Ζητήματα αντισυνταγματικότητας του αυτοφώρου χαρακτήρα του αδικήματος της μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων (και αφορμή για σχόλια και επικρίσεις σχετικά με τον αυτόφωρο χαρακτήρα και των λοιπών εγκλημάτων) έθεσε η με αριθμό 34279/2012 Απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς έκρινε ότι οι εν λόγω διατάξεις προσκρούουν στα στα άρθρα 2 § 1, 6 § 1 και 25 του Συντάγµατος.

Τρόποι αντιμετώπισης της άσκησης ποινικής δίωξης:

1. Εξόφληση των οφειλών

2. Ρύθμιση των οφειλών υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, ουσιαστικά αναστέλλεται η ποινική διαδικασία λόγω ρύθμισης (αρθρ. 25 παρ.5 Ν. 1882/1990 ως ισχύει και μετά το νόμο 3943/2011). Η διάταξη επαναλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 3 παρ.8 α Ν. 4038/2012 (ισχύς από 14-2-2012), ενώ με το άρθρο 5 παρ.9 α Ν.4047/2012 (ισχύς από 23-2-2012) τα χρέη προς το Δημόσιο ρυθμίζονται εφόσον δεν υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 ευρώ για φυσικά πρόσωπα και το ποσό των 75.000 ευρώ για νομικά πρόσωπα..Για τα νέα χρέη που δημιουργούνται μετά την ισχύ του Ν. 4047/2012 δίδεται δυνατότητα ρύθμισης μόνο υπό τους ανωτέρω όρους ως προς το ποσό της οφειλής.
Η άσκηση σχετικής προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων ή οιαδήποτε άλλη διοικητική διαδικασία δεν ασκεί κατά νόμο οιαδήποτε έννομη επιρροή είτε δικονομικής είτε ουσιαστικής φύσης στην ποινική διαδικασία στις περιπτώσεις των ποινικών αδικημάτων του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 ( εν αντιθέσει με το ποινικό αδίκημα της φοροδιαφυγής), το δε Δικαστήριο έχει την κυριαρχική ευχέρεια σε περιπτώσεις άσκησης σχετικής προσφυγής να αναβάλλει, ενδεχομένως, την υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις.[βλ. Μελέτη Κων.Βουλγαρίδη, Δικαστή μέλος της ένωσης Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων]

Leave a reply